ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΣΤΗΡΙΖΕΙ ΤΟΥΣ ΒΙΟΤΕΧΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ 1940

2015
Υπόμνημα του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης προς τον Γενικό Γραμματέα Εμπορίου & Προστασίας του Καταναλωτή, Α. Παπαδεράκη στη συνάντηση με τους προέδρους των Επιμελητηρίων της Θεσσαλονίκης
Ημερομηνία: 15 Ιουλίου 2015 08:39:15


ΥΠΟΜΝΗΜΑ

του

Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης

 

προς τον

Γενικό Γραμματέα Εμπορίου

& Προστασίας του Καταναλωτή,

κ. Αντώνη Παπαδεράκη

  

στη συνάντηση  

με τους προέδρους των Επιμελητηρίων

της Θεσσαλονίκης

 

Δευτέρα, 6 Απριλίου 2015

Γραφεία ΕΒΕΘ (Τσιμισκή 29, Θεσσαλονίκη) 

 

Παρά τις επώδυνες προσπάθειες και τις, συχνά, καλές προθέσεις για αλλαγή κλίματος, η επιχειρηματική  κοινότητα εξακολουθεί να βαδίζει σε τεντωμένο σχοινί.

 

Η πραγματική οικονομία έχει περιέλθει σε κατάσταση ασφυξίας. Οι κάνουλες των τραπεζών είναι ερμητικά κλειστές. Ο τζίρος έχει υποχωρήσει δραματικά. Οι προμηθευτές του εξωτερικού, σε αρκετές περιπτώσεις, έχουν κάνει παύση πίστωσης. Ο κίνδυνος λουκέτων απειλεί πλέον χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Τα χρονικά περιθώρια έχουν εξαντληθεί.

 

Ενδεικτικό της ζοφερής κατάστασης που επικρατεί στην αγορά είναι το γεγονός ότι τους τρεις πρώτους μήνες του 2015, μόλις 81 επιχειρήσεις έκαναν έναρξη στο Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης, ενώ 373 επιχειρήσεις οδηγήθηκαν σε παύση εργασιών.

 

Χρειαζόμαστε επειγόντως λύσεις για την πραγματική οικονομία. Δεν μπορούμε να ακούμε επανειλημμένα λέξεις όπως: ανάπτυξη, ανταγωνιστικότητα, ρευστότητα, και στην πραγματικότητα ότι απόφαση λαμβάνεται, να δυσχεραίνει τη θέση των επιχειρήσεων.

 

Εν μέσω της δυσμενούς συγκυρίας που βιώνουμε η προστασία των μικρομεσαίων μεταποιητικών επιχειρήσεων, ειδικά των παραγωγικών, πρέπει να αποτελέσει εθνική προτεραιότητα, ώστε να βγει η ελληνική οικονομία από την κρίση και να επιτευχθεί ο αναπροσανατολισμός του παραγωγικού και αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας, με έμφαση στην εξωστρέφεια.

 

Το πραγματικό διακύβευμα για την αγορά, αλλά και για το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινωνίας, είναι το πώς θα δημιουργηθούν ξανά στην Ελλάδα συνθήκες οικονομικής ανάπτυξης. Μιας ανάπτυξης, η οποία θα δημιουργεί θέσεις εργασίας, ώστε να αντιμετωπιστεί η μάστιγα της ανεργίας και θα επιτρέπει την ενεργοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού της χώρας. Μιας ανάπτυξης, η οποία θα παράγει περισσότερο εθνικό πλούτο, ώστε να στηριχθεί η κοινωνική συνοχή και να αποκατασταθούν σταδιακά οι συνέπειες της κρίσης, ειδικά στις ασθενέστερες οικονομικά ομάδες του πληθυσμού. 

 

 

 

Στο πλαίσιο αυτό από τη Γενική Γραμματεία Εμπορίου ζητάμε να δώσει έμφαση στη:

 

-Χάραξη και εφαρμογή στρατηγικής πολιτικής στον τομέα του εμπορίου, με στόχο την ανάπτυξη, την ομαλή λειτουργία της αγοράς, τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, την προώθηση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και την εξασφάλιση συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού, προς όφελος των επιχειρήσεων και των καταναλωτών.

 

-Διασφάλιση της εφαρμογής συμφωνηθέντων κανόνων. Στο πλαίσιο αυτό απαιτείται η μαχητική καταπολέμηση των φαινομένων φοροαποφυγής και φοροδιαφυγής, που όχι μόνο υπονομεύουν το δημιουργικό επιχειρηματικό ανταγωνισμό, αλλά υποσκάπτουν το μέλλον των συνεπών  επιχειρήσεων και τα έσοδα του κράτους.

 

-Επιδίωξη  αναμόρφωσης, απλοποίησης και εκσυγχρονισμού όλου του νομοθετικού και κανονιστικού πλέγματος στις δημόσιες προμήθειες για να διασφαλιστεί η διαφάνεια και η εξασφάλιση υψηλής ποιότητας υπηρεσιών.

 

-Εξάλειψη καταχρηστικών πρακτικών σε όλα τα στάδια παραγωγής, διακίνησης και εμπορίας αγαθών και υπηρεσιών.

 

-Διαμόρφωση ξεκάθαρου εθνικού σχεδίου ανάπτυξης, με μακρόπνοο προσανατολισμό και σαφείς προτεραιότητες. Αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας, με τη δημιουργία νέων, καινοτόμων επιχειρήσεων, για την παραγωγή, ποιοτικών και διεθνώς ανταγωνιστικών προϊόντων με υψηλή προστιθέμενη αξία.

 

-Θέσπιση ενός δίκαιου και λειτουργικού πλαισίου ρύθμισης των μη εξυπηρετούμενων επιχειρηματικών δανείων. Πλέον τα «κόκκινα» δάνεια, η διευθέτηση του προβλήματος έχει καθυστερήσει επί μακρόν, ανέρχονται συνολικά σε περίπου 85 δις ευρώ εκ των οποίων τα 27,5 δις είναι στεγαστικά, τα 12 δις καταναλωτικά και τα 45 δις ευρώ επιχειρηματικά, αυξάνονται, δε, κατά περίπου 400 εκατομμύρια μηνιαίως.

 

-Πάταξη του παραεμπορίου που αποτελεί, μία από τις μεγαλύτερες πληγές που αντιμετωπίζει η ελληνική αγορά. Χιλιάδες προϊόντα, αμφίβολης προέλευσης, χαμηλής ποιότητας κατακλύζουν τα πεζοδρόμια των μεγάλων εμπορικών δρόμων, υπονομεύοντας τη λειτουργία των νόμιμων, στεγασμένων και υπαίθριων, εμπορικών επιχειρήσεων. Αυτή η κατάσταση στερεί σημαντικούς πόρους από το ελληνικό δημόσιο, ενώ ενισχύει την αίσθηση εγκατάλειψης και ατιμωρησίας στα κέντρα των μεγάλων ελληνικών πόλεων. Κάθε χρόνο εκτιμάται ότι εισέρχονται στην χώρα εκατομμύρια τεμάχια παράνομων εμπορευμάτων αξίας άνω των 25 δισ. ευρώ και ο δημόσιος κορβανάς ετησίως περί τα 5-6 δισ. ευρώ έμμεσους και άμεσους φόρους.

 

Το ζητούμενο είναι να δημιουργηθεί ένας κεντρικός, ενιαίος φορέας, αποκλειστικά υπεύθυνος για το αντικείμενο της δίωξης του παραεμπορίου, με πανελλαδική διάρθρωση και αρμοδιότητα.

 

Πρόταση της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδας (ΚΕΕΕ) αλλά και του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης (ΒΕΘ) είναι η συγκέντρωση όλων των αρμοδιοτήτων των συναρμόδιων υπηρεσιών σε ένα όργανο, με την ονομασία «Σώμα Ελέγχου και Δίωξης Παραεμπορίου» (ΣΕΔΙΠ), του οποίου θα προΐσταται Ειδικός Γραμματέας. Στην ουσία, δεν πρόκειται για τη δημιουργία νέα υπηρεσίας, αλλά για ενοποίηση/συνένωση όλων των σχετικών αρμοδιοτήτων σε ένα Σώμα.

 

Επιπλέον απαιτείται:

 

-Προμήθεια ειδικών μηχανημάτων (x-ray scanners) και τοποθέτησή τους στα μεγάλα λιμάνια και στις συνοριακές πύλες της χώρας. Με τα μηχανήματα αυτά μπορεί να ελέγχονται γρήγορα και αποτελεσματικά όλα τα κοντέινερ και τα φορτηγά.

 

– Εντατικοποίηση των δειγματοληπτικών ελέγχων των φορτίων.

 

– Ενίσχυση του προσωπικού των τελωνείων στις μεγάλες πύλες εισόδου της χώρας. Ενδεικτικό της κατάστασης είναι το γεγονός, ότι στο Τελωνείο Κήπων στο νομό Έβρου, μία από τις κυριότερες πύλες εισόδου στα σύνορα με την Τουρκία, υπηρετούν 22 τελωνειακοί υπάλληλοι την ώρα που από την πλευρά της Τουρκίας υπηρετούν 134 τελωνειακοί υπάλληλοι.

 

 

 

 

 

Καταλύτες στις προσπάθειες αυτές μπορούν να αποτελέσουν τα Επιμελητήρια που αποτελούν τους εκφραστές των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Στο πλαίσιο αυτό ευελπιστούμε ότι ο δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ μας θα παραμένει ανοιχτός για εποικοδομητική ανταλλαγή και συζήτηση απόψεων προκειμένου να επιλυθούν ζητήματα που ταλανίζουν το επιχειρείν επί μακρόν.

 

Σε μια δύσκολη συγκυρία για τον επιχειρηματικό κόσμο η συλλογική προσπάθεια επιτάσσει τη μεγιστοποίηση των προσπαθειών μας.