ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΣΤΗΡΙΖΕΙ ΤΟΥΣ ΒΙΟΤΕΧΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ 1940

2013
Ομιλία του προέδρου του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης, Π. Παπαδόπουλου σε εκδήλωση του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης
Ημερομηνία: 15 Οκτωβρίου 2013 09:50:49


Κυρίες και κύριοι,

Καταρχήν θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για την πρόσκλησή σας να παραβρεθώ στη σημερινή εκδήλωση. Η περίοδος που διανύουμε χαρακτηρίζεται από αντικρουόμενα μηνύματα σε σχέση με την πορεία της οικονομίας. Από τη μία πλευρά γίνονται μεγάλες προσπάθειες και καταγράφονται οι θετικές επιδόσεις της χώρας στον τομέα της δημοσιονομικής προσαρμογής. Από την άλλη, όμως, η κατάσταση στην πραγματική οικονομία εξακολουθεί να είναι απογοητευτική.

Οι αντοχές της ελληνικής οικονομίας δοκιμάστηκαν και συνεχίζουν να δοκιμάζονται με τον πιο σκληρό τρόπο. Ο επιχειρηματικός κόσμος κινείται μεταξύ σφύρας και άκμονος. Η διαρκής μείωση της ζήτησης, η δυσκολία πρόσβασης στη χρηματοδότηση και οι διαδοχικές, ευφάνταστες, φορολογικές επιθέσεις, δημιουργούν ένα ασφυκτικό περιβάλλον. Είναι κατανοητό από όλους μας ότι βρισκόμαστε στην κόψη του ξυραφιού.

Η αγορά δεν έχει άλλες αντοχές, η κλειδωνιά του λουκέτου, γίνεται ολοένα και πιο ηχηρή. Ενδεικτικές της κατάστασης είναι οι διαγραφές από το μητρώο του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης στο εννεάμηνο του τρέχοντος έτους, καθώς 1.227 βιοτεχνικές επιχειρήσεις κατέβασαν ρολά, με μεγάλο ‘ασθενή’ τις ατομικές. Τα προηγούμενα, δε, χρόνια κατά μέσο όρο, κατ΄ έτος, 2.000 βιοτεχνίες ανέστελλαν τη λειτουργία τους.

Καθημερινά κατά μέσο όρο κατεβάζουν ρολά 4,5 βιοτεχνίες στη Θεσσαλονίκη, γεγονός που αποτελεί δυσοίωνο μήνυμα για το μέλλον της επιχειρηματικότητας. Όλα συνηγορούν στο ότι, παρά τις προσπάθειες που γίνονται, το επιχειρηματικό περιβάλλον στην Ελλάδα παραμένει άγονο και εχθρικό. Η μείωση του μισθολογικού κόστους της εργασίας, στην οποία επέμεινε πιεστικά η τρόικα τα προηγούμενα χρόνια, δεν αποτέλεσε όπως αποδείχτηκε στην πράξη άλλωστε, πανάκεια, για να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της χώρας και των επιχειρήσεων.

Δυστυχώς η γραφειοκρατία δεν έχει εξαλειφθεί, το ενεργειακό κόστος είναι υψηλό και πρωτίστως η πρόσβαση σε κεφάλαια, λόγω και του λεγόμενου country risk, σχεδόν αδύνατη. Δυστυχώς, η κατάσταση δεν φαίνεται να βελτιώνεται άμεσα. Η ελληνική οικονομία εκτιμάται ότι θα παραμείνει εγκλωβισμένη και το 2014 καθώς η πιστωτική επέκταση, αν και με επιβραδυνόμενους ρυθμούς, αναμένεται να κινηθεί σε αρνητικό έδαφος για τέταρτη συνεχή χρονιά. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, τα χρήματα που θα εισρεύσουν στην πραγματική οικονομία για τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων και νοικοκυριών υπολογίζονται στην καλύτερη περίπτωση στα 5 δισ. ευρώ, τη στιγμή που το έλλειμμα χρηματοδότησης υπερβαίνει ήδη τα 35 δισ. ευρώ.
 
Την ίδια ώρα, οι ελληνικές ΜμΕ αντιμετωπίζουν το υψηλότερο ποσοστό απορρίψεων για χρηματοδότηση στην ευρωζώνη, με ποσοστό περίπου 45% που είναι υπερδιπλάσιο του μέσου όρου. Κατανοούμε, όλοι ότι στο παρελθόν ακολουθήσαμε ένα στρεβλό και κοντόφθαλμο μοντέλο ανάπτυξης, που στηρίχθηκε σχεδόν αποκλειστικά στην ιδιωτική και δημόσια καταναλωτική δαπάνη, με κύριο όχημα τα δανεικά του κράτους. Σαφώς και δεν μπορούμε και δεν πρέπει να γυρίσουμε πίσω.

Η Πολιτεία έχει ευθύνη να δημιουργήσει ικανές προϋποθέσεις για επιστροφή στην ανάπτυξη, που δυστυχώς μέχρι σήμερα αναλώνεται σε καλές προθέσεις και υπέρμετρη αισιοδοξία. Είναι επιτακτική ανάγκη να διαμορφωθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για ανάκαμψη της οικονομίας, μέσα από ένα ξεκάθαρο, δυναμικό και αξιόπιστο πρόγραμμα, με προτεραιότητες την ενίσχυση της ρευστότητας για το επιχειρείν, την επιτάχυνση των αποκρατικοποιήσεων, την ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων στις αγορές εργασίας, την ενίσχυση της εξωστρέφειας, την ποιοτική αναβάθμιση προϊόντων και υπηρεσιών, και τη διεύρυνση της ανταγωνιστικότητας.

Είναι λοιπόν αδήριτη ανάγκη να προχωρήσουν αποφασιστικά μεταρρυθμίσεις και πολιτικές που θα ευνοούν την προσέλκυση επενδύσεων, την υγιή επιχειρηματικότητα και την απασχόληση. Βασική προτεραιότητα είναι η διαμόρφωση ενός ανταγωνιστικού και προπάντων, δίκαιου φορολογικού συστήματος. Κανείς σοβαρός επενδυτής δεν θα επιλέξει μια χώρα που φορολογεί τις επιχειρήσεις δύο και τρεις φορές υψηλότερα σε σύγκριση με ανταγωνιστικούς προορισμούς και διαθέτει μία φορολογική νομοθεσία που διατάξεις και ρυθμίσεις αλλάζουν συνεχώς. Απόρροια της υψηλής φορολογίας, του δυσβάσταχτου κόστους της ενέργειας και της δυσκολίας πρόσβασης σε χρηματοδότηση είναι το κύμα αναγκαστικών αποχωρήσεων μεγάλων βιομηχανιών, με πρόσφατο παράδειγμα αυτό της μεταφοράς έδρας της Βιοχάλκο. Είναι ανάγκη να υπάρξουν άμεσα παρεμβάσεις, τόσο στο επίπεδο της έμμεσης φορολογίας – με μείωση του ΦΠΑ και των Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης στα καύσιμα – όσο και της άμεσης φορολογίας των επιχειρήσεων. Η καθιέρωση ενός flat tax της τάξης του 15%, που έχει εξαγγελθεί ως πρόθεση από τον ίδιο τον πρωθυπουργό, είναι ένα βήμα που θα αναβαθμίσει σημαντικά την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.

Φίλες και φίλοι,

Ιδιαίτερης σημασίας μεταρρύθμιση, είναι η εξυγίανση του δημοσίου τομέα. Ωστόσο οι απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, χωρίς σοβαρό σύστημα αξιολόγησης και ριζική αναδιάρθρωση δομών, όχι μόνο δεν λύνουν το πρόβλημα, αλλά οδηγούν το δημόσιο τομέα σε πλήρη παράλυση.

Οι καθυστερήσεις, η αναποτελεσματικότητα και τα φαινόμενα διαφθοράς, που αποτελούν εμπόδιο για τις επενδύσεις, όχι μόνο δεν περιορίζονται αλλά επιδεινώνονται. Στο νέο οικονομικό οικοδόμημα που αναπόφευκτα δημιουργείται, οι νέες ιδέες, η έρευνα και η καινοτομία θα αποτελέσουν τις νέες προκλήσεις. Βασικό αγκάθι για το επιχειρείν είναι η έλλειψη ρευστότητας. Είναι δεδομένο ότι τα προγράμματα που υλοποιούνται με πόρους του ΕΣΠΑ και της ΕΤΕπ για την ενίσχυση της ρευστότητας, δεν μπορούν να αποδώσουν τα προσδοκώμενα οφέλη, εάν δεν υπάρξει ουσιαστική ενεργοποίηση και συμμετοχή των τραπεζών. Οι συστημικές τράπεζες θα πρέπει να καταβάλουν το ποσό που τους αναλογεί ώστε με την κατάλληλη μόχλευση, να αξιοποιηθεί η δυνατότητα για διοχέτευση ρευστότητας στην αγορά.

Κυρίες και κύριοι,

Είναι δεδομένο, ότι παρά την δυσχερή θέση στην οποία βρίσκεται σήμερα, η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει μεγάλες αναπτυξιακές δυνατότητες. Διαθέτει σημαντικά φυσικά πλεονεκτήματα, υψηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό και ικανούς επιχειρηματίες.

Ο ιδιωτικός τομέας στην Ελλάδα μπορεί και θέλει να ανταποκριθεί στην πρόκληση της οικοδόμησης μιας βιώσιμης και δυναμικής οικονομίας. Αυτό που ζητούμε είναι προϋποθέσεις και ευκαιρίες για δημιουργία.

Σας ευχαριστώ