ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΣΤΗΡΙΖΕΙ ΤΟΥΣ ΒΙΟΤΕΧΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ 1940

2013
Συνέντευξη του προέδρου του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης, Π. Παπαδόπουλου στην εφημερίδα 'Κέρδος'
Ημερομηνία: 13 Σεπτεμβρίου 2013 11:59:58


-Η επιχειρηματικότητα συνεχίζει να βρίσκεται σε φθίνουσα πορεία ή ξεκίνησε η αντίστροφη μέτρηση για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας της, τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, της εξωστρέφειας και της ανάκαμψης της;

Στη διάρκεια του τελευταίου δωδεκάμηνου, υπήρξαν θετικές εξελίξεις σε αρκετούς τομείς. Η οριστική απομάκρυνση του κινδύνου εξόδου από το κοινό νόμισμα, η πορεία επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων για το 2013, η σημαντική αποκλιμάκωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, η ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης των συστημικών τραπεζών είναι εξελίξεις που πράγματι δημιούργησαν ευνοϊκότερες προϋποθέσεις, ώστε να ξεκινήσει μια πορεία σταδιακής ανάκαμψης.

Δεν θα μπορούσα επίσης να μην αναφερθώ σε μεγάλες επενδυτικές συμφωνίες, όπως αυτή για τον αγωγό TAP. Πρόκειται για ένα έργο που θα αξιοποιήσει και θα ενισχύσει παράλληλα τη γεωστρατηγική θέση της Ελλάδας, δημιουργώντας σημαντική προστιθέμενη αξία για την ελληνική οικονομία. Όμως, παρά τις επιμέρους εξελίξεις που προκαλούν δικαιολογημένα αισιοδοξία, η αγορά παραμένει παγωμένη με τις επιχειρήσεις να κινούνται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας.

Είναι άμεση ανάγκη να προχωρήσουν αποφασιστικά μεταρρυθμίσεις και πολιτικές που ευνοούν την προσέλκυση επενδύσεων, την υγιή επιχειρηματικότητα και την απασχόληση. Διαφορετικά θα συνεχίσουμε να βουλιάζουμε σε ένα πηγάδι χωρίς πάτο και θα βαυκαλιζόμαστε χρησιμοποιώντας ως ευχολόγιο την ανάπτυξη.

-Σήμερα ποια είναι τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις της Θεσσαλονίκης; Και τι προτείνετε για την επίλυσή τους;

Οι βιοτεχνίες της Θεσσαλονίκης αντιμετωπίζουν αντίστοιχα προβλήματα με αυτά που καθημερινά βιώνουν οι συνάδελφοί μας σε άλλες περιοχές της χώρας. Η έλλειψη ρευστότητας και οι ευφάνταστες αλλαγές, προς το δυσμενέστερο, στη φορολόγηση, αποτελούν τα σημαντικότερα αγκάθια στην καθημερινότητα του επιχειρηματία. Η δυσκολία πολλών επιχειρήσεων να καλύψουν ακόμη και λειτουργικές τους δαπάνες οδηγούν στην αύξηση της ανεργίας και σε συνεχή μαρασμό του επιχειρείν.
 
Οι τράπεζες μετ΄ επιτάσεως συνεχίζουν να κρατούν τις στρόφιγγες της δανειοδότησης κλειστές. Την ίδια ώρα λαμβάνονται ανελέητα φορομπηχτικά μέτρα με μοναδικό αποτέλεσμα, λόγω της αδυναμίας πληρωμής των φορολογουμένων, να μην εισρέουν έσοδα στα ταμεία του δημοσίου. Αυτό που ζητάμε μετ΄ επιτάσεως από την κυβέρνηση είναι να περάσει το μήνυμα στις τράπεζες για άρση της "στάσης χρηματοδότησης" προς τις επιχειρήσεις, που εφαρμόζουν από την έναρξη της κρίσης. Η κυβέρνηση πρέπει να εισηγηθεί στους τραπεζίτες ότι η ενίσχυση της τραπεζικής ρευστότητας θα προωθηθεί και στην αύξηση της ρευστότητας στην αγορά.

Εφόσον αυτό επιτευχθεί οι τράπεζες θα πρέπει να αξιολογούν τις αιτούμενες προς χρηματοδότηση επιχειρήσεις με βάση την προηγούμενη πορεία και τις προοπτικές τους και όχι να εστιάζουν στα συγκυριακά προβλήματα που δημιουργήθηκαν και οφείλονται στην οικονομική κρίση. Είναι αυτονόητο ότι η ελληνική πραγματική οικονομία, δεν μπορεί να στηριχτεί αν δεν αυξηθούν τα επίπεδα ρευστότητας, αν δεν εισρεύσει χρήμα στην αγορά, αν δεν αναδιοργανωθεί και αν δεν σταθεροποιηθεί πλήρως το ελληνικό τραπεζικό σύστημα.

Eπιπλέον απαιτείται η υιοθέτηση ενός νέου μείγματος οικονομικής πολιτικής, χωρίς οριζόντιες πολιτικές λιτότητας με έμφαση στην ανάπτυξη, μέσα από πρακτικά και άμεσα εφαρμόσιμα μέτρα. Χρησιμοποιούμε σαν… καραμέλα την λέξη ανάπτυξη χωρίς όμως να λαμβάνουμε μέτρα που θα εξυπηρετούσαν προς αυτή την κατεύθυνση. Για παράδειγμα μεταξύ άλλων απαιτείται: επιτάχυνση του ΕΣΠΑ και ειδικότερα των προγραμμάτων που στοχεύουν στη στήριξη της επιχειρηματικότητας, της απασχόλησης και της κατάρτισης ανθρώπινου δυναμικού, ενεργοποίηση του Αναπτυξιακού Νόμου και των Συμπράξεων Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα, απλούστερες και ταχύτερες διαδικασίες έγκρισης επενδύσεων, ειδικά σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας, για την οικονομία και την απασχόληση, μείωση των φορολογικών συντελεστών για τις επιχειρήσεις, ώστε η Ελλάδα να καταστεί ανταγωνιστική σε σχέση με τις γειτονικές της χώρες.

Οι διαγραφές από τα μητρώα του Επιμελητηρίου συνεχίζονται με τον ίδιο ρυθμό των παρελθόντων ετών ή έχει ανακοπεί η συχνότητα των λουκέτων; Τελικά κλείνουν οι υγιείς επιχειρήσεις ή αυτές που είχαν στηριχθεί σε «ξύλινα πόδια» και δεν επένδυσαν τα κέρδη των παρελθόντων ετών προ κρίσης στην επιχείρησή τους;

Για πρώτη, μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα, διαφαίνονται αχτίδες φωτός στα στοιχεία του μητρώου του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης (ΒΕΘ). Στο πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους, μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα, οι διαγραφές είναι μειωμένες κατά 12% σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο. Αν και ο αριθμός των επιχειρήσεων που αποχώρησαν από την ενεργό δράση το διάστημα Ιανουαρίου - Ιουνίου του τρέχουσας χρονιάς αγγίζει τις 928, αριθμός που καταδεικνύει τη δυσχερή κατάσταση στην οποία βρίσκεται η βιοτεχνική κοινότητα, εντούτοις λόγω της σημαντικής μείωσης που καταγράφεται στις διαγραφές, έναντι της περσινού αντίστοιχου διαστήματος, δημιουργείται συγκρατημένη αισιοδοξία για το επόμενο διάστημα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η πορεία προς το θετικότερο, για τον περιορισμό των διαγραφών, ξεκίνησε από το πρώτο τρίμηνο του 2013, όταν οι διαγραφές άγγιζαν τις 602, μειωμένες κατά 4%, έναντι του πρώτου τριμήνου του 2012, οπότε ήταν 627. Οριακά αυξημένες ήταν και οι εγγραφές στο πρώτο εξάμηνο του έτους καθώς έφτασαν τις 387 όταν ένα χρόνο νωρίτερα κατά το εξεταζόμενο διάστημα Ιανουαρίου-Ιουνίου 2012, 381 επιχειρήσεις ξεκίνησαν τη λειτουργία τους. Είναι αλήθεια ότι για πρώτη φορά το τελευταίο διάστημα έχουμε ένα λόγο για να αισιοδοξούμε. Ωστόσο τα εν λόγω στοιχεία, αν δεν υπάρξει ουσιαστική προσπάθεια για ανάκαμψη της οικονομίας με συντονισμένες ενέργειες, θα είναι απλά συγκυριακά.

Πρέπει να υλοποιηθεί στρατηγική ανάκαμψης, που θα είναι απαλλαγμένη από μικροπολιτικές τακτικές, λύσεις ανάγκης και ανελέητη λιτότητα. Στην υποερώτηση σας, είναι δεδομένο, όπως βλέπουμε και από τα στοιχεία που προκύπτουν από το μητρώο του ΒΕΘ, ότι κατά κύριο λόγο κλείνουν οι πολύ μικρές επιχειρήσεις, όχι γιατί στηριζόταν σε ‘ξύλινα πόδια’, αλλά γιατί δεν είχαν τις αντοχές και τα αποθέματα, που συνήθως έχουν οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις, για να επιβιώσουν της πρωτοφανούς κρίσης που διανύουμε.

Βασικοί παράμετροι, αν και όχι αποκλειστικοί, για το αν μία επιχείρηση κατεβάσει ρολά ή όχι αποτελούν η υλοποίηση επενδύσεων και η διαχείριση των εσόδων κατά τα παρελθόντα έτη. Την ίδια ώρα σαφώς και είναι επιρρεπείς στους όποιους κλυδωνισμούς οι επιχειρήσεις που έχουν κάνει μεγάλα ανοίγματα χωρίς να υπάρχει το σχετικό υπόβαθρο. Το βέβαιο πάντως είναι ότι αν η παρατεταμένη ύφεση, δεν ανακοπεί σύντομα, θα επιμηκύνεται συνεχώς η αλυσίδα των λουκέτων και θα αυξάνονται τις στρατιές των ανέργων.

-Tον τελευταίο χρόνο είναι αυξανόμενος ο αριθμός των επιχειρήσεων που επιζητούν την σωτηρία τους μέσω του άρθρου 99 του πτωχευτικού κώδικα, πιστεύετε ότι όντως βοηθά ή απλά οι εταιρίες αναστέλλουν το κλείσιμο τους για κάποιο διάστημα; Γνωρίζετε εσείς περιπτώσεις εταιριών που έχουν καταφέρει να ανακάμψουν μέσω του άρθρου 99 ή θεωρείται αναγκαίο να υπάρξει μια αναμόρφωση του πτωχευτικού κώδικα που να δίνει περισσότερες ευκαιρίες για οικονομική εξυγίανση;

 Όπως και εσείς αναφέρατε ολοένα και περισσότερες επιχειρήσεις αναζητούν από την αρχή της κρίσης, καταφύγιο στο άρθρο 99, προκειμένου να προστατευθούν από τους πιστωτές του. Ωστόσο σε πολλές περιπτώσεις η μέχρι σήμερα εφαρμογή του άρθρου 99 έχει οδηγήσει σε καταστρατηγήσεις, σε υπεκφυγές εκπλήρωσης υποχρεώσεων και σε αποφυγή ποινικών ευθυνών. Αποτελεί εν ολίγοις ευκαιριακή λύση χωρίς όμως την ικανοποίηση των πιστωτών μέσω της διάσωσης της επιχείρησης και της διατήρησης των θέσεων εργασίας.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις νομικών, όπως πρόσφατα διάβαζα, μόνο μία στις 10 επιχειρήσεις από αυτές που ζητούν προστασία διασώζεται. Κατά συνέπεια εκτιμώ ότι απαιτείται επανεξέταση του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου, όσον αφορά τις προϋποθέσεις υπαγωγής και ταχύτερης διεκπεραίωσης των σχετικών διαδικασιών για την αποφυγή των μέχρι σήμερα παρατηρηθεισών παρενεργειών και καταχρήσεων.
 
-Κατά τη γνώμη σας τι επιπλέον απαιτείται να υλοποιηθεί για τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και γιατί οι εργοδότες ζητούν συνεχώς νέες περικοπές μισθών , απελευθέρωση των απολύσεων, έχοντας ως αποτέλεσμα την άνθιση της μαύρης εργασίας; Και γιατί ενώ όλα τα προαναφερόμενα γίνονται δεν έρχεται η πολυπόθητη ανάκαμψη;

Η ανάκαμψη δεν πρόκειται να έρθει με ημίμετρα και λύσεις ευκαιριακές και γρήγορες. Απαιτείται στρατηγική και όχι ανελέητο φοροκυνηγητό των επιχειρήσεων. Είναι δεδομένο ότι υπάρχουν τομείς στους οποίους οι μεταρρυθμίσεις καρκινοβατούν. Ένα από τα σημαντικότερα, είναι αυτό της φορολογίας.

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι απαιτείται η διαμόρφωση ενός ανταγωνιστικού και προπάντων, δίκαιου φορολογικού συστήματος. Δεν μπορούμε να μιλάμε για ανταγωνιστικότητα, επενδύσεις και θέσεις εργασίας, όσο δεν υπάρχει το κατάλληλο φορολογικό σύστημα. Δεν μπορούμε να αναζητούμε επενδυτές, όταν η χώρα μας φορολογεί τις επιχειρήσεις δύο και τρεις φορές υψηλότερα σε σύγκριση με ανταγωνιστικούς προορισμούς η φορολογική νομοθεσία αριθμεί δεκάδες χιλιάδες σελίδες, και οι διατάξεις και ρυθμίσεις αλλάζουν κάθε λίγο μέσα σε μία χρονιά.

Επίσης δεν είναι δυνατόν να μειώνονται κατώτατοι μισθοί στο όνομα της ανταγωνιστικότητας και την ίδια στιγμή ο τομέας της μεταποίησης να «γονατίζει» εξαιτίας της φορολογίας και του υψηλού ενεργειακού κόστους - που σε πολλούς τομείς αγγίζει το 50% του συνολικού κόστους της παραγωγικής διαδικασίας, ξεπερνώντας το εργατικό. Είναι δεδομένο ότι πρέπει να υπάρξουν άμεσα παρεμβάσεις, τόσο στο επίπεδο της έμμεσης φορολογίας – με μείωση του ΦΠΑ και των Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης στα καύσιμα – όσο και της άμεσης φορολογίας των επιχειρήσεων. Η καθιέρωση ενός flat tax της τάξης του 15%, που έχει εξαγγελθεί ως πρόθεση, είναι ένα βήμα που θα αναβαθμίσει σημαντικά την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας Επιπλέον θα πρέπει να υπάρξει επιτάχυνση των προσπαθειών σε μια σειρά από άλλους τομείς.

Πιο συγκεκριμένα ολοκλήρωση της απελευθέρωσης αγορών και επαγγελμάτων, αποσαφήνιση του θεσμικού πλαισίου όσον αφορά τις χρήσεις γης, επιτάχυνση των διαδικασιών αδειοδότησης επενδύσεων, βελτίωση των διαδικασιών απονομής της δικαιοσύνης, περαιτέρω περιορισμός της παρέμβασης του κράτους στην οικονομία, αναβάθμιση της δημόσιας διοίκησης, ώστε να λειτουργεί ως αρωγός και όχι ως δυνάστης της επιχειρηματικότητας.

-Ποιοι κλάδοι θεωρείται ότι έχουν μέλλον και πρέπει να στραφεί σε αυτούς η επιχειρηματικότητα;

Βαρύ πυροβολικό για την ανάπτυξη αποτελεί ο τουρισμός. Ιδιαίτερα φέτος τα αποτελέσματα της τουριστικής σεζόν αναμένονται ιδιαίτερα θετικά καθώς η κίνηση ιδιαίτερα σε κάποιες περιοχές ξεπέρασε ακόμη και τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις. Επιπλέον ο κλάδος των τροφίμων και ποτών αποτελεί ένα δυνατό χαρτί για την ελληνική οικονομία που οφείλει να αξιοποιήσει. Η μεσογειακή διατροφή είναι ιδιαίτερα δημοφιλής ανά την υφήλιο. Στο πλαίσιο αυτό και έχοντας υψηλής ποιότητας προϊόντα θα πρέπει να αναζητήσουμε αγορές στις οποίες θα μπορούσαμε να απευθυνθούμε και παράλληλα να ενισχύσουμε την παρουσία μας σε άλλες που ήδη βρισκόμαστε. Η επιστροφή στην ελληνική γη και συγκριμένα στη γεωργία, που τα τελευταία χρόνια επιμελώς παραμελούμε, θα μπορούσε να αποτελέσει μία διέξοδο ανάπτυξης για τη χώρα.

Παράλληλα η Ελλάδα έχει τα φυσικά πλεονεκτήματα, ώστε να διεκδικήσει μια θέση – κλειδί στον ενεργειακό χάρτη της περιοχής. Έχει τις δυνατότητες να μετατρέψει το συγκεκριμένο τομέα σε ατμομηχανή για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, ωστόσο είναι αναγκαία μία ολοκληρωμένη πολιτική για την Ενέργεια και την Αειφόρο Ανάπτυξη στη χώρα, που θα προβλέπει, μεταξύ άλλων, την απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας. Ένα άλλο παράδειγμα είναι ο κλάδος των φωτοβολταικών που βρίσκεται σε ανοδική πορεία. Ο συγκεκριμένος κλάδος επιδεικνύει αξιοθαύμαστη ανθεκτικότητα στην κρίση.

-Στη Θεσσαλονίκη τι αναπτυξιακό μοντέλο μπορεί να ακολουθηθεί, πως βλέπετε το μέλλον της;

Πολύ συχνά κάνουμε λόγο για τη γεωστρατηγική θέση της Θεσσαλονίκης, μία θέση που δυστυχώς μέχρι σήμερα δεν έχει αξιοποιηθεί επαρκώς. Η Θεσσαλονίκη έχει ανάγκη από ένα συγκροτημένο και ταυτόχρονα ρεαλιστικό και διορατικό σχέδιο ανάπτυξης, που θα αξιοποιεί τα υφιστάμενα και θα δημιουργεί νέα συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Για παράδειγμα απαιτείται η μετατροπή του αεροδρομίου Μακεδονία και του λιμανιού της Θεσσαλονίκης, σε πόλους τοπικής ανάπτυξης. Δυστυχώς κινήσεις όπως η πρόσφατη ανακοίνωση της Ολυμπιακής για διακοπή των πτήσεων από τα μέσα Οκτωβρίου για τη Θεσσαλονίκη δεν συνδράμουν προς αυτή την κατεύθυνση. Επίσης είναι αδιανόητο να αυξάνεται ο αριθμός των κρουαζιερόπλοιων που επιλέγουν το λιμάνι της πόλης, κάτι που καλώς γίνεται, και να μην υπάρχει σύνδεση για τις Σποράδες και να είναι απολύτως ελλιπής η σύνδεση με άλλα νησιά.

Στη Θεσσαλονίκη γίνεται κατά καιρούς πολύς λόγος για τη δημιουργία μαρίνων, οι οποίες μένουν μόνο στο σχεδιασμό. Η δημιουργία τους θα μπορούσε να προσελκύσει επενδυτές αλλά και περισσότερους τουρίστες. Μία πόλη, στην προκειμένη περίπτωση η Θεσσαλονίκη οφείλει να προσδιορίσει την ταυτότητα της και τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα έναντι πιθανών ανταγωνιστών της. Η ταυτότητα της πόλης είναι η αρχή και το τέλος. Αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα για την ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης κινδυνεύει να μετατραπεί από ‘Πρωτεύουσα των Βαλκανίων’ σε μία ακόμη βαλκανική πόλη.

-Τα εγκαίνια της ΔΕΘ έχουν εξελιχθεί και σε ημέρα κινητοποιήσεων κατά της κυβέρνησης, πέρα από βήμα εξαγγελίας της οικονομικής πολιτικής, πιστεύετε ότι ορθώς συνέβη η μετεξέλιξη αυτή ή θα πρέπει μελλοντικά να υπάρχει άλλος προσανατολισμός;

Τα εγκαίνια της έκθεσης σχεδόν κάθε χρόνο παρουσιάζουν ένα διπλό πρόσωπο. Εντός της ΔΕΘ πραγματοποιούνται εξαγγελίες του εκάστοτε πρωθυπουργού και εκτός κινητοποιήσεις που καταλήγουν συχνά σε εντάσεις. Τα επεισόδια στο κέντρο της πόλης έχουν ως αποτέλεσμα να αποκλείουν τους πολίτες στα σπίτια τους, εκμηδενίζοντας τα όποια κέρδη θα μπορούσαν να αποκομίσουν οι επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται σε κεντρικούς δρόμους της Θεσσαλονίκης τόσο από τους κατοίκους της πόλης όσο και από τους επισκέπτες.

Αυτό που επιζητά όλος ο κόσμος της Θεσσαλονίκης αλλά και όσοι την επισκέπτονται είναι η διοργάνωση του Σεπτεμβρίου να είναι γιορτή για την πόλη, σε μία πόλη ανοιχτή, με ανοιχτή αγορά που θα υποδέχεται τους επισκέπτες της. Κατά συνέπεια είμαστε υπέρ της συνέχισης της διοργάνωσης, χωρίς όμως τις κουστωδίες των πολιτικών που συχνά, στο παρελθόν προκαλούσαν το κοινό αίσθημα ενώ παράλληλα ευελπιστούμε ότι φέτος θα πρυτανεύσει η λογική και δεν θα αντιμετωπίσουμε έκτροπα προηγούμενων ετών.

Αν με ρωτούσατε για τον τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσαν οι εκάστοτε κυβερνώντες να δείξουν το έμπρακτο ενδιαφέρον για την πόλη της Θεσσαλονίκης, τη ΔΕΘ και την τοπική οικονομία θα σας έλεγα: υλοποιώντας τις εξαγγελίες τους.